ἀμηχανῆ

ἀμηχανῆ
ἀμήχανος
without means
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
ἀμήχανος
without means
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
ἀμήχανος
without means
masc/fem acc sg (attic epic doric)
ἀμηχανής
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
ἀμηχανής
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
ἀμηχανής
masc/fem acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • ἀμηχανῇ — ἀμηχανάω to be pres subj mp 2nd sg (doric) ἀμηχανάω to be pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμηχανάω to be pres subj act 3rd sg (doric) ἀμηχανάω to be pres ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀμηχανάω to be pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀμηχανάω to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακευχία — κακευχία, ἡ (Α) λυπηρή, αμήχανη κατάσταση …   Dictionary of Greek

  • μουγγαμάρα — η 1. το χαρακτηριστικό γνώρισμα και η κατάσταση τού μουγγού, το να μη μπορεί κανείς να μιλήσει, βουβαμάρα 2. μτφ. παρατεταμένη και αμήχανη σιωπή («τί μουγγαμάρα είναι αυτή που σέ έπιασε σήμερα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < μουγγός + κατάλ. αμάρα (πρβλ. βουβ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θέατρο — ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Ένας λαός που έχει έξι πτώσεις και κλίνει τα ρήματά του με χίλιους τρόπους, έχει μια πλήρη, συλλογική και υπερχειλίζουσα ψυχή. Αυτός ο λαός, που δημιούργησε μια τέτοια γλώσσα, χάρισε τον πλούτο της ψυχής του σε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • δίλημμα — το 1. (λογ.), συλλογισμός που περιέχει δύο αντίθετες έννοιες· που όποια κι αν δεχτούμε θα έχει το ίδιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα με την άλλη. 2. η δύσκολη περίπτωση, η αμήχανη θέση στην οποία βρίσκεται κανείς, όταν δεν ξέρει να διαλέξει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»